κονδύλιο

κονδύλιο
το
βλ. κοντύλι, το.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • κονδύλι — και κονδύλιο, το (Μ κονδύλι[ν]) βλ. κοντύλι …   Dictionary of Greek

  • κοντύλι — και κονδύλι και κονδύλιο(ν), το (Μ κονδύλι[ν]) 1. γραφικός κάλαμος 2. πινέλο ζωγράφου νεοελλ. 1. η γραφίδα από σχιστόλιθο με την οποία έγραφαν στο αβάκιο στην πλάκα οι μαθητές 2. το χρηματικό ποσό που διατίθεται για ορισμένη δαπάνη ή που… …   Dictionary of Greek

  • περιαιρώ — έω, ΜΑ [αιρώ] 1. αφαιρώ κάτι που περιβάλλει κάτι άλλο, βγάζω το εξωτερικό περίβλημα («δέρματα σωμάτων περιαιροῡσα», Πλάτ.) 2. (γενικά) αφαιρώ, αποσπώ («τὰς ἀγκύρας περιελόντες εἴων εἰς τὴν θάλασσαν», ΚΔ) αρχ. 1. (σχετικά με τείχη) κατεδαφίζω,… …   Dictionary of Greek

  • ακαταχώριστος — η, ο (είναι λάθος το ακαταχώρητος) 1. αυτός που δεν καταγράφηκε στη θέση που έπρεπε: Αυτό το κονδύλιο έμεινε ακαταχώριστο στα βιβλία. 2. αυτός που δε δημοσιεύτηκε: Το άρθρο που έστειλα στην εφημερίδα μένει ακόμη ακαταχώριστο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”